Στο πρώτο μέρος είδαμε πώς γεννιέται το φαινόμενο του FOMO (Fear Of Missing Out), ο φόβος ότι χάνουμε κάτι. Είδαμε πώς αυτή η ανάγκη να ανήκουμε είναι βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη φύση. Ας δούμε τώρα πώς αυτός ο μηχανισμός τροφοδοτείται από τα social media, πώς επηρεάζει τη σκέψη και τη συμπεριφορά μας και πώς μπορούμε να ξαναπάρουμε τον έλεγχο.
Αρχικά, η απειλή δεν είναι εξωτερική αλλά εσωτερική. Αμφιβάλουμε αν η δική μας ζωή είναι αρκετά ενδιαφέρουσα. Νομίζουμε ότι οι άλλοι ζουν πληρέστερα, ομορφότερα και περισσότερο συναρπαστικά. Κι εμείς όχι μόνο μένουμε απ’ έξω αλλά δεν έχουμε να δείξουμε αυθεντικά κομμάτια της δικής μας ζωής, εξίσου θεαματικά. Οπότε, σκηνοθετούμε χαρούμενες και μαγευτικές στιγμές, τις «ανεβάζουμε» και συντηρούμε την πλασματική εικόνα των social.
Σύμφωνα με τη μελέτη των Montag, C., Markett, S. (2023), όταν κάποιος κάνει υπερβολική χρήση των social media «μπορεί να τον αποσπά από την πραγματική ζωή, να μειώσει την προσοχή του και να κάνει πιο δύσκολη την εκτέλεση καθημερινών εργασιών.»
Το να μένουμε διαρκώς «εντός», τείνει να μας κρατάει καρφωμένους στην οθόνη και το ενδιαφέρον μας να συγκεντρώνεται αποκλειστικά σ’ αυτήν. Αυτή η πρακτική, μας αποσπά από τη ζωή, τους ανθρώπους, τις σχέσεις, την εργασία και τον ίδιο μας τον εαυτό. Ουσιαστικά, «σκλαβώνεται» η προσοχή μας στη γρήγορη εναλλαγή εικόνων και ήχων. Το χειρότερο όμως είναι ότι εκπαιδευόμαστε στην άμεση ικανοποίηση όσων ζητάμε.
Αυτή η άμεση ικανοποίηση έχει βαθιά επίδραση στις ανθρώπινες σχέσεις. Αναμένουμε οι άνθρωποι να ανταποκρίνονται άμεσα, όπως ακριβώς και οι μηχανές αναζήτησης. Με αυτό τον τρόπο αδικούμε όσους βρίσκονται κοντά μας, καθώς ο χρόνος ανταπόκρισής τους είναι ανθρώπινος κι όχι ψηφιακός.
Από την άλλη, δεν αρκεί μόνο να είμαστε συνδεδεμένοι στα social. Νοιώθουμε υποχρεωμένοι να συμμετέχουμε, να παράγουμε περιεχόμενο και να αφήνουμε το ίχνος μας. Στην πραγματικότητα εμείς οι χρήστες «ταΐζουμε» τον αλγόριθμο, που μας σερβίρει μετά αυτά που του δώσαμε. Είμαστε ταυτόχρονα δημιουργοί και καταναλωτές.
Οι δημοσιεύσεις μας όσο κι αν ενισχύονται από τα likes, πηγάζουν από την ανάγκη να αποδείξουμε ότι υπάρχουμε. Ή ακόμα καλύτερα ότι φαινόμαστε, είμαστε αποδεκτοί και ζούμε με τρόπο αξιοπρόσεκτο. Κι αν δεν δημοσιεύεις αυτά που κάνεις, είναι σαν να μην συνέβησαν ποτέ. Παράλληλα, υποβόσκει η ενοχή ότι πρέπει να είμαστε όχι απλά παρόντες, αλλά παραγωγικοί και διαθέσιμοι στα social. Ισχύει όμως;
- Ποιος γέννησε αυτή την υποχρέωση και για ποιόν λόγο πρέπει να παραμένουμε διαρκώς διαθέσιμοι;
- Τί μας κάνει να πιστεύουμε ότι πρέπει να είμαστε συνέχεια παραγωγικοί, να δημοσιεύουμε ή να αλληλεπιδρούμε και μάλιστα άμεσα;
Για κάποιους, τα posts, τα stories και τα comments μοιάζουν με δημιουργία. Κι ίσως, σε έναν βαθμό, να αποτελούν μια μορφή έκφρασης που βρίσκει αυτό τον τρόπο να βγει προς τα έξω. Η νέα γενιά ιδιαίτερα είναι εξοικειωμένη με αυτό τον τρόπο έκφρασης και επικοινωνίας.
Όμως, τις περισσότερες φορές, δεν πρόκειται για δημιουργία με βάθος, αλλά για προσπάθεια να γεμίσει ένα εσωτερικό κενό. Να επιβεβαιωθεί το εγώ μας μέσα από τα βλέμματα και τις αντιδράσεις των άλλων. Όσο περισσότερο το κάνουμε, τόσο περισσότερο μπερδεύουμε την αξία μας με την απήχηση που έχουμε και την επιβεβαίωση που παίρνουμε.
Η πρόταση δεν είναι να σταματήσεις τα social media, αν και αυτό θα μπορούσε να είναι μια εναλλακτική. Η πραγματική πρόκληση είναι να καταλάβεις γιατί τους δίνεις τόσο έντονα την προσοχή σου και μάλιστα άκριτα. Για ποιο λόγο επενδύεις (ή σπαταλάς) εκεί τον χρόνο και την ενέργειά σου. Να σταθείς και να δεις ότι η ουσία δεν βρίσκεται στην οθόνη, αλλά στο μεγάλο βιβλίο της ζωής. Αυτό που σε προσκαλεί να το ζήσεις, όχι απλώς να το παρακολουθείς.
Υπάρχουν δραστηριότητες πολύ πιο ουσιαστικές από την ενασχόληση με τα social media. Και δεν εννοώ μόνο τις επαγγελματικές, αν και δεν τις εξαιρώ. Μιλώ για εκείνες που καλλιεργούν εσένα και τις σχέσεις που μετρούν πραγματικά. Κι αυτές απαιτούν ησυχία, χρόνο και προσοχή. Όλα όσα ο εικονικός κόσμος των social media αποφεύγει, γιατί ζει διαρκώς μέσα σε θόρυβο, την ανάλωση χρόνου και τις γρήγορα εναλλασσόμενες εικόνες.
Οι προσδοκίες των άλλων, η σύγκριση μαζί τους και η αίσθηση ότι εμείς μένουμε πίσω, μας ξαναγυρίζουν στο φόβο της απώλειας (FOMO). Υπάρχουν τρόποι να τον αντιμετωπίσουμε. Και για να το κάνουμε αυτό είναι σημαντικό να βρούμε ποιο είναι το πραγματικό όφελος. Να ανακαλύψουμε δηλαδή, τί κερδίζουμε από την αποσύνδεση.
Αρχικά, μας προστατεύει από την πληροφοριακή υπερφόρτωση και προσφέρει χώρο, χρόνο και ησυχία. Μας ξανασυνδέει με όλες τις μικρές στιγμές χαρά ή και λύπης που βιώνουμε στην καθημερινότητα. Αυτό και μόνο τείνει να βελτιώνει τις σχέσεις μας.
Μας επιτρέπει να δούμε βαθύτερα εμάς τους ίδιους, να μειώσουμε την αίσθηση ανεπάρκειας και την πίεση να είμαστε διαρκώς διαθέσιμοι. Έχω ένα πολύ καλό φίλο που συχνά όταν τον καλώ έχει κλεισμένο το τηλέφωνό του. Προστατεύει τον χρόνο και την ηρεμία του. Πραγματικά χαίρομαι που μπορεί κι έχει την πειθαρχία να το κάνει.
Τέλος, αποφεύγοντας το scrolling μας δίνεται το δώρο της πλήξης! Μέσα από την βαρεμάρα έρχεται η αναπόληση, ο οραματισμός, ξεπηδούν ιδέες και αναπτύσσεται η δημιουργικότητα.
Δεν υπάρχει καμία υποχρέωση να είσαι διαθέσιμος ή «παραγωγικός» στα social media. Έχεις την επιλογή να ζήσεις τη ζωή σου με πληρότητα και χωρίς ανάγκη επιβεβαίωσης. Αυτή είναι η ελευθερία της προσοχής. Το δικαίωμα να επιλέγεις πού στρέφεις την εστίασή σου και πού επενδύεις τον χρόνο και την ενέργειά σου. Και αυτό είναι το μόνο status update[1] που πραγματικά μετράει. Αντί να σκεφτόμαστε τί χάνουμε από την υπερβολική χρήση, ας δούμε τι μπορούμε να κερδίσουμε σε χρόνο, ηρεμία και καθαρή σκέψη.
Η αξία σου, δεν μετριέται από το πόσο διαθέσιμος είσαι, πόσο άμεσα απαντάς στα μηνύματα ή πόσα ψηφιακά ίχνη αφήνεις. Είναι αυταπόδεικτη. Σκέψου μόνο πόσο αυθεντικά ζεις την κάθε στιγμή και πόσο φροντίζεις τον εαυτό σου και τους συνανθρώπους σου. Κι όλα αυτά δεν χρειάζονται κοινό, ούτε εξωτερική αποδοχή. Τί λες;
Με αγάπη
Θανάσης Παπαναστασίου
[1] Status update: σημαίνει ενημέρωση κατάστασης. Είναι μια μικρή φράση, φωτογραφία ή ανάρτηση που κάνουμε στα social media για να ενημερώσουμε τους άλλους τι κάνουμε, πώς νιώθουμε ή πού βρισκόμαστε.
