Με αφορμή κάτι που έγραψε ο φίλος μου ο Παναγιώτης στο διαδίκτυο, θυμήθηκα τον στρατό. Μια ιστορία απλή, όχι από τις ηρωικές που διηγούμαστε με τόλμη και συχνά με χιούμορ. Μια ιστορία που ξεπήδησε από την ανία των μεσημεριών στο στρατόπεδο.
Ήμουν Δόκιμος στα Γιαννιτσά και είχα μπροστά μου ακόμα, πάνω από 15 μήνες να υπηρετήσω. Δεν είχα ολοκληρώσει τις σπουδές μου και με βασάνιζαν σκέψεις για το μέλλον. Έβρισκα καταφύγιο στην ανοικτή αποθήκη, κόβοντας ξύλα για τις σόμπες. Τα κούτσουρα τα έβαζα σε ένα ξύλινο κουτί, μισό μέτρο επί ένα και τα πήγαινα στο διοικητήριο. Αν και φαινόταν παλιό και φθαρμένο ήταν γερό.
Ένα απόγευμα άκουσα στο ραδιόφωνο, ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια, σε στίχους Νίκου Καββαδία και μουσική Θάνου Μικρούτσικου. Τη «Θεσσαλονίκη» από το άλμπουμ «Σταυρός του Νότου». Η ερμηνεία του Γιάννη Κούτρα ήταν συγκλονιστική.
Μέχρι τότε δεν είχα ζήσει στη Θεσσαλονίκη. Την είχα επισκεφτεί σε μια τριήμερη εκδρομή με το σχολείο και η εμπειρία έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη μου. Αυτό που με μάγεψε, ήταν η ζωντανή ιστορία της που ξεδιπλωνόταν σε κάθε γωνιά της. Το τείχος, η Καμάρα, οι Βυζαντινές εκκλησιές, η Ροτόντα, ο Λευκός Πύργος…
Όμως, δεν ήταν μόνο μια ανάμνηση. Ήταν απόφαση. Όταν ξεκινούσα τη ζωή μου ήθελα να είναι εκεί. Η πόλη έγινε σύμβολο του μέλλοντος. Το παλιό κουτί, ένα σύμβολο του παρόντος που δεν έβρισκε διέξοδο. Κι ανάμεσα στα δύο, μια ενδόμυχη, ανείπωτη ανάγκη για νόημα.
Πίσω όμως στο στρατό και στο κουτί. Μου πέρασε η σκέψη ότι έπρεπε να το φροντίσω. Ένιωθα ότι είχα την υποχρέωση να παρέμβω και να αναδείξω την αξία του. Όχι μόνο για την «αντοχή» που έδειχνε, «κρατώντας» τα κούτσουρα τακτοποιημένα δίπλα από τη σόμπα. Αλλά, γιατί πίστευα ότι είχε να διηγηθεί μια ιστορία. Το κουτί μου θύμιζε ότι το καθετί έχει ένα σκοπό. Κι εγώ, μέσα στη ρουτίνα, είχα ανάγκη για νόημα.
Ίσως τότε δεν το καταλάβαινα, αλλά σήμερα βλέπω το κουτί σαν μια κραυγή να διασώσω κάτι από τον εαυτό μου, εκεί που όλα φαινόταν ισοπεδωμένα και βαρετά. Να δημιουργήσω κάτι μικρό που να αντιστέκεται στο χρόνο και στην αδιαφορία. Βάφοντας με χρώμα κάτι φθαρμένο, το μεταμορφώνεις. Κι αυτό είναι μια κραυγή. Μια δήλωση παρουσίας. Ένα σημάδι ότι υπήρξες και άφησες κάτι όμορφο πίσω.
Το έβαψα με καφέ μπογιά. Αυτό το γήινο χρώμα μου φάνηκε ταιριαστό. Οι υπόλοιποι στο στρατόπεδο, φαντάροι και αξιωματικοί, με κοιτούσαν περίεργα. Δεν με ένοιαζε. Η μπογιά του έδωσε λάμψη και τη μυρωδιά του καινούριου. Η πολυκαιρισμένη επιφάνεια, ζωντάνεψε. Στη συνέχεια πήρα λευκό διορθωτικό υγρό και έγραψα στο πλάι τους στίχους από τη «Θεσσαλονίκη»:
«… τυφλό κορίτσι σ’ όδηγάει
παιδί του Μοντιλιάνι
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος
κι οι δυο Μαρμαρινοί…»
Πήγα ξανά στα Γιαννιτσά είκοσι χρόνια αργότερα. Το στρατόπεδο είχε κλείσει. Το κουτί είχε χαθεί. Όμως η έκφραση μέσα από την τέχνη παραμένει ζωντανή. Η ανάγκη να χρωματίσεις, να γράψεις στίχους σε κάτι φθαρμένο, να αφήσεις το ίχνος σου. Και το τραγούδι εξακολουθεί να αντηχεί στ’ αυτιά μου. Κάθε φορά που το ακούω ανεβαίνει ένας κόμπος στο λαιμό.
«…κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη…»
Ο χρόνος περνάει και μεγαλώνω. Μα δεν ξεχνώ όσους γελάσαμε και κλάψαμε παρέα. Ούτε και τα μεσημέρια που έκοβα ξύλα στην κρύα αποθήκη. Ούτε και το κουτί με τους στίχους. Στο τέλος δεν μένει το κουτί. Αλλά ο τρόπος που το κοιτάξαμε και το φροντίσαμε. Όπως ακριβώς και με τους ανθρώπους.
Με αγάπη
Θανάσης Παπαναστασίου
