… η αίθουσα εξέτασης είναι απρόσμενη. Τα καθίσματα για άλλους άβολα και για άλλους αναπαυτικά. Άλλα πολυτελή και άλλα φτωχικά, μικρά, ξύλινα καρεκλάκια. Μου κάνει εντύπωση που υπάρχουν θρανία χωρίς θέσεις. Κινούμαι προς ένα βολικό κάθισμα, αλλά διαπιστώνω ότι το κάθε θρανίο έχει πάνω του ένα όνομα.
Παρατηρώ πιο προσεκτικά. Υπάρχει μια λογική σειρά η οποία δεν έχει να κάνει με το όνομα, αλλά με την ημερομηνία γέννησης. Κινούμαι σταθερά, ανάμεσα στις σειρές, προς το πιθανότερο για μένα θρανίο και βρίσκω το όνομά μου πάνω του. Το κάθισμα είναι ξύλινο, σκληρό και άκαμπτο, αλλά σε βολικό ύψος για μένα.
Κοιτάζω γύρω. Μπροστά μου βρίσκεται ένα θρανίο με μια πολυθρόνα και πίσω μου ένα κάθισμα παρόμοιο με το δικό μου. Αριστερά είναι ένα θρανίο χωρίς κάθισμα, παρόλα αυτά είχε πάνω του ένα όνομα. Δεξιά μια αναπαυτική καρέκλα με ψηλή πλάτη. Γιατί άραγε υπάρχουν διαφορετικές καρέκλες; Η κυριότερη όμως ερώτηση είναι, ποιος με έφερε εδώ και τί καλούμαι να γράψω; Σε τί καλούμαι να εξεταστώ, όταν δεν έχω μελετήσει κάποιο συγκεκριμένο θέμα;
Σκέφτομαι ότι έτσι όπως είμαι αδιάβαστος και με όποιο προϋπάρχον φορτίο γνώσεων διαθέτω, ίσως η εξέταση έχει να κάνει με θέματα κρίσης ή ικανοτήτων που δεν χρειάζεται απαραίτητα να γνωρίζω κάτι συγκεκριμένο. Αυτή η σκέψη με καθησυχάζει, αφήνοντας όμως ένα παράθυρο αμφιβολίας.
Το φως είναι μοιρασμένο ομοιόμορφα στην αίθουσα. Δεν υπήρχαν παράθυρα. Όλα είναι πανομοιότυπα εκτός από τα καθίσματα. Διακρίνω ότι όλοι πήραμε τις θέσεις μας. Ίσως όχι με το ίδιο επίπεδο ετοιμότητας, αλλά δεν μας ρώτησε και κανένας αν είμαστε έτοιμοι. Στην πίσω θέση κάθεται ένας μεσήλικας άντρας. Με ακουμπά στον ώμο και ρωτά: «Τί πιστεύεις ότι θα μας ρωτήσουν;» Ανασήκωσα απορημένος τους ώμους, χωρίς να θέλω να μαντέψω.
Ένας λευκοντυμένος κύριος και μια μαυροφορεμένη κυρία μοιράζουν τα θέματα. Αν και δεν τους γνωρίζω, η παρουσία τους μου φαίνεται αναμενόμενη. Αφήνουν τις λευκές κόλλες με τα τυπωμένα γράμματα προς τα κάτω. Έχουν τη μορφή ενός τετραδίου. Αυτό και μόνο με προδιαθέτει ότι θα μας ζητήσουν να απαντήσουμε σε αρκετά θέματα.
Με σταθερή και χωρίς να επιδέχεται αμφισβήτηση φωνή, ο λευκοφορεμένος κύριος λέει: «Μην δείτε τα θέματα μέχρι να σας δοθεί εντολή.» Όλοι υπακούμε χωρίς αντίλογο. Πάνω στο θρανίο, χωρίς να το έχω προσέξει ως εκείνη τη στιγμή, βρίσκω ένα στυλό και μια μπλε τραχιά γομολάστιχα.
Ο λευκοφορεμένος επιτηρητής με φωνή σταθερή μας λέει: «πριν ξεκινήσετε, να γράψετε το όνομά σας πάνω και δεξιά στην πρώτη σελίδα». Η μαυροντυμένη επιτηρήτρια, με φωνή τσιριχτή σαν κλάμα μωρού και ταυτόχρονα αποφασιστική, δίνει το έναυσμα να γυρίσουμε τις κόλλες. «Ξεκινήστε»!
Γύρισα την κόλλα με προσμονή και ταυτόχρονα αγωνία για τα θέματα. Γούρλωσα τα μάτια μου! Με πιάνει μια σκοτοδίνη. Όσα θέματα βλέπω μπροστά μου είναι άγνωστα. Τα γράμματα χοροπηδούν κι εγώ προσπαθώ να τα κρατήσω στο χαρτί και να βγάλω νόημα από αυτό που βλέπω μπροστά μου.
Ερωτήματα βασικά και ταυτόχρονα δύσκολα. Η πρώτη ερώτηση είναι κοφτερή και ταυτόχρονα τόσο γενική και ουσιαστική που το μυαλό μου σταματά. «Ποιος είσαι;» Γεμάτος απορία, αναρωτιέμαι: Τί άραγε θέλουν να γράψω; Ποιο είναι το επάγγελμά μου, αν είμαι γονιός, αν είμαι θρήσκος ή τί άνθρωπος είμαι;
Ρίχνω μια κρυφή ματιά στους διπλανούς εξεταζόμενους. Άλλοι γεμάτοι αγωνία, άλλοι με ένα βλέμμα απορίας κι άλλοι αποφασισμένοι έχουν ήδη αρχίσει να γράφουν στο χαρτί. Συνεχίζω να διαβάζω τις ερωτήσεις κι ανακαλύπτω ότι είναι ερωτήσεις βασισμένες σε σενάρια ζωής. Γονείς, αδέρφια, αρρώστιες, μεγάλωμα παιδιών, σπουδές, εγκατάλειψη, φιλίες, οικονομική επιτυχία και αποτυχία, επάγγελμα, σχέσεις, συντροφική ζωή και πολλά άλλα. Είναι πάρα πολλά. Καλούμαι να τα απαντήσω όλα, ή μερικά από αυτά; Σκέφτομαι ότι είναι προτιμότερο να γυρίσω στο πίσω μέρος της κόλλας και να γράψω στο πρόχειρο, ώστε να τα μεταφέρω καθαρογραμμένα.
Ξαφνικά βλέπω την μαυροντυμένη κυρία να παίρνει την κόλλα από μια κοπέλα. Ξαφνιάστηκα και σκέφτηκα μήπως αντέγραψε, καθώς φαίνεται να διαμαρτύρεται ότι δεν πρόλαβε να γράψει τίποτα. «Ο χρόνος σας είναι καθορισμένος και δεν είναι ίδιος για όλους». Τρόμαξα! Μετέφερα άρον άρον ό,τι πρόλαβα από το πρόχειρο. Όμως ένιωσα ότι ο χρόνος φεύγει κι έτσι άφησα τα περισσότερα εκεί, στις τελευταίες σελίδες. Ανείπωτα.
Κοίταξα την κόλλα για να βρω που είναι γραμμένος ο δικός μου χρόνος εξέτασης. Κοίταξα παντού. Έψαξα σε κάθε της γωνία, αλλά δεν βρήκα πουθενά να αναφέρεται πόσο χρόνο έχω. Σήκωσα το χέρι μου και πριν διατυπώσω την ερώτηση, πήρα την απάντηση «Ο χρόνος σας είναι καθορισμένος και δεν είναι ίδιος για όλους». Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Θα προλάβω να απαντήσω; Κι αν δεν δώσω τη σωστή απάντηση;
Βάζω ξανά τη μύτη του στυλό πάνω στο χαρτί κι αρχίζω να γράφω. Αυθόρμητα, βιαστικά και με πολλά ορθογραφικά και συντακτικά λάθη. Αν και με ενδιαφέρει να γράφω σωστά, είναι αναπόφευκτο κάτω από αυτή την πίεση να κάνω λάθη. Όσο όμως περνά η ώρα, αρχίζω να βρίσκω το ρυθμό μου και να γράφω περισσότερο σταθερά. Δεν είμαι σίγουρος αν είναι αυτό ζητούν οι ερωτήσεις. Δεν έχω όμως άλλη επιλογή από το να δώσω τις δικές μου απαντήσεις. Νιώθω ότι είναι υποχρέωση και προνόμιο να το κάνω.
Σταματώ για μερικές στιγμές. Μήπως είναι καλύτερα προετοιμασμένοι οι άλλοι; Μήπως γνωρίζουν τις απαντήσεις; Ρίχνω μια κλεφτή ματιά δεξιά μου στην κοπέλα που κάθεται στην καρέκλα με την ψηλή πλάτη. Μπορώ να διακρίνω καθαρά τα γράμματα πάνω στην κόλλα της. Ανατρίχιασα! Είναι άλλα τα ζητούμενα! Σκέφτομαι ότι μάλλον έχει διαφορετικά θέματα κάθε σειρά.
Γέρνω λίγο αριστερά και ρίχνω μια ματιά στα θέματα του μπροστινού μου. Η μεγάλη αναπαυτική πολυθρόνα κρύβει το γραπτό του. Τεντώνομαι αριστερά και πάνω. Οι επιτηρητές, η κυρία με τα μαύρα και ο κύριος με τα λευκά, δεν δείχνουν ενδιαφέρον αν κοιτώ στα γραπτά των άλλων.
Και ο μπροστινός μου έχει άλλα θέματα εξέτασης! Δεν είναι δυνατόν Δεν μπορεί να γράφουμε όλοι διαφορετικά θέματα. Κι όμως. Φαίνεται ότι ο καθένας μας έχει κληθεί να απαντήσει σε διαφορετικά θέματα. Ξαφνικά, η όλη διαδικασία αν και παράξενη, αρχίζει να γίνεται περισσότερο ξεκάθαρη.
Παράλληλα, ο λευκοντυμένος κύριος στο βάθος, κινείται στις γραμμές των θρανίων και παίρνει την κόλλα από έναν ακόμα εξεταζόμενο. Μετά από λίγο κι από έναν ακόμα. Τί πρόλαβαν να γράψουν; Ήταν αρκετό; Μήπως πρέπει να επιταχύνω; Θα προλάβω;
Γυρίζω στο γραπτό μου και συνεχίζω να απαντώ στα θέματα. Είναι σαν το ένα θέμα να μπαίνει μέσα στο άλλο. Οι απαντήσεις του ενός, πολλές φορές, καθορίζουν τις απαντήσεις στα άλλα. Ο τρόπος που επιλέγω να ρίξω το χρόνο μου στη δουλειά, καθορίζει το χρόνο που θα βάζω στην οικογένεια. Ο τρόπος που σκέφτομαι για τους ανθρώπους καθορίζει τη σχέση με τη σύντροφό μου και σε άλλο επίπεδο με τους φίλους μου. Οι αρχές μου και τα τραύματά μου ορίζουν τη σχέση με τα παιδιά μου. Οι ερωτήσεις διεισδυτικές. Με φέρνουν μπροστά σε παιδικούς προβληματισμούς που ζητούν απάντηση για τη σχέση με τους γονείς μου. Διαπιστώνω από τις απαντήσεις μου ότι η αγάπη αποτελεί το κέντρο και ο εγωϊσμός μου, με τη φυγόκεντρη δύναμή του, με βγάζει από αυτό.
Συνεχίζω να γράφω ασταμάτητα. Έχω φτάσει στην ερώτηση με τις ανθρώπινες σχέσεις. Μια περίεργα, προσωπικά διατυπωμένη ερώτηση που φαίνεται να αλλάζει μαγικά πάνω στο χαρτί. Πότε έχει σχέση με τους φίλους, πότε με τα παιδιά, πότε με τους γονείς, πότε με τη σύντροφο, πότε με τους γείτονες, πότε με την κοινωνία.
Σε κάποιο σημείο, διαπιστώνω ότι έχω δώσει λάθος απάντηση. Σκέφτομαι: πώς το ξεχώρισα ότι είναι λάθος; Η απάντησή μου δεν συμφωνεί με όσα γνωρίζω ή με αυτό που είμαι; Παίρνω τη γομολάστιχα κι επιχειρώ να σβήσω και να ξαναγράψω. Η τραχιά άκρη της, ακουμπά το χαρτί. Σβήνω τα γράμματα, άλλα ξύνω το χαρτί αφήνοντας σημάδια. Ξαναγράφω πάνω στην ίδια θέση. Τα σημάδια υπάρχουν, αλλά κάτι καινούριο είναι γραμμένο από πάνω.
Και τότε εμφανίζεται και πάλι η αρχική ερώτηση: «Ποιος είσαι;» Πάλι τα ίδια; Αφού ήδη την απάντησα. Κοιτάζω πιο πάνω. Διαβάζω αυτό που έγραψα. Δεν είναι αυτό που καταλαβαίνω τώρα. Σκέφτομαι να το διαγράψω ή να το σβήσω, αλλά δεν θέλω να γυρίσω πίσω και να χάσω χρόνο. Δεν ξέρω άλλωστε πόσος μου μένει. Δίνω ξανά την απάντησή μου, διαφορετική αυτή τη φορά. Όχι και πάλι τόσο ικανοποιητική όσο θα ήθελα, αλλά πιο κοντά σε αυτό που καταλαβαίνω τώρα.
Κοιτώ δίπλα μου. Βλέπω μια κοπέλα να συζητά με την διπλανή της. Και πιο δίπλα μια παρέα τριών ατόμων να συζητούν μεταξύ τους. Μπορούμε να το κάνουμε αυτό; Οι επιτηρητές σαν να μην έδιναν σημασία. Απλά έπαιρναν την κόλλα από τον επόμενο ή την επόμενη, χωρίς κάποια λογική για μένα σειρά.
Γέρνω και μιλώ στον διπλανό μου στα αριστερά. Αυτόν που δεν είχε κάθισμα. Τί θέματα έχεις; Μου λέει με φωνή μάλλον πονεμένη, ότι έχει θέματα για τις καταχρήσεις, την κοινωνική αδικία και τη μοναξιά. Βλέπω την κόλλα του. Δυσκολίες από την πρώτη ερώτηση, ως την τελευταία. Σκέφτομαι ότι δεν ήταν δίκαιο γι’ αυτόν να γράφει όρθιος και μάλιστα να πρέπει να απαντήσει σε τόσο δύσκολα θέματα. Θέλεις κάποια βοήθεια; Εκείνος χαμογέλασε πικρά και έσκυψε ξανά στο χαρτί του.
Σηκώνομαι με σιγουριά, πηγαίνω στον μπροστινό μου και του μιλώ. Χωμένος μέσα στην πολυθρόνα του, φαίνεται άνετος, αλλά ταυτόχρονα γεμάτος προβληματισμό. Φαίνεται δεκτικός να μιλήσει, αλλά με κάποια αυταρέσκεια. Τα θέματά του είναι εύκολα σε κάποιες πλευρές, αλλά ιδιαίτερα δύσκολα στις σχέσεις και στις φιλίες. Καλείται να δώσει απαντήσεις για τον πλούτο, της επιτυχία, τη μοναξιά, την πικρία, τον κυνισμό και τον θυμό. Τελικά, ο καθένας έχει τα δικά του θέματα.
Ξαφνικά η κυρία παίρνει τα θέματα από τον νεαρό που κάθεται δεξιά μου και που μόλις πριν λίγο μιλούσαμε. Ξαφνιάστηκα. Δεν είχα ξαναδεί από τόσο κοντά το πρόσωπο κάποιου που του παίρνουν την κόλλα. Σαστισμένος, σταματά να γράφει στη μέση της πρότασης, κοιτά την επιτηρήτρια και φεύγει από την αίθουσα. Σιωπηλός και παραιτημένος. Ταυτόχρονα, όμως, ήσυχος, σχεδόν λυτρωμένος από αυτό το διαγώνισμα.
Πρόλαβε; Έδωσε τις σωστές απαντήσεις; Υπάρχουν άραγε «σωστές» απαντήσεις; Γυρίζω στο γραπτό μου. Αναρωτιέμαι: Πόσο χρόνο έχω; Παρατήρησα ότι δεν προειδοποιούν οι επιτηρητές. Κοιτάζω στο βάθος της αίθουσας που φαίνεται ατέλειωτη. Ένας κύριος κάθεται ψηλά σε μια έδρα. Το κάθε γραπτό το κοιτά και το βάζει σε μια στοίβα. Ώστε, εκεί καταλήγουν τα γραπτά. Και μετά;
Προλαβαίνω να γράψω μερικές ακόμα γραμμές. Χωρίς να ολοκληρώσω τις τελευταίες λέξεις, νιώθω από πάνω μου μια παρουσία. Βάζω τελεία στη τελευταία μου φράση και κοιτάζω πάνω. Βλέπω το πρόσωπο του επιτηρητή. Παραδόξως, έπαψα να έχω αγωνία για τα θέματα. Χαμογελώ και παραδίδω την κόλλα μου.
Στην αίθουσα έχουν μείνει λιγότεροι από τους μισούς. Καταλαβαίνω ότι δεν ανταγωνίζομαι με τους υπόλοιπους. Συναγωνίζομαι με τον ίδιο μου τον εαυτό. Αργά, αλλά σταθερά, περπατώ στους διαδρόμους της αίθουσας. Βαδίζω δίπλα από τα θρανία, περνώ από τη μεγάλη ξύλινη πόρτα και βγαίνω έξω. Στο φως.
Με εκτίμηση
Θανάσης Παπαναστασίου
