Η φθορά
Έχεις κουραστεί να καταλήγεις εξιλαστήριο θύμα και αποδέκτης κακών συμπεριφορών; Αυτή η κόπωση που σε κυριεύει δεν είναι κάτι παροδικό που συνέβη ξαφνικά. Έχεις μάλλον εκπαιδεύσει τον εαυτό σου να αντέχει, να υπομένει και να εξηγεί. Να δικαιολογεί και να δικαιολογείται διαρκώς.
Η φράση «κουράστηκα» σημαίνει: «δεν μπορώ να συνεχίσω να αντέχω και να προσποιούμαι ότι αυτό που με πληγώνει είναι ανεκτό». Αναγνωρίζω και στον εαυτό μου αυτήν την τάση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: τί κερδίζουμε από αυτή τη στάση μας;
- Αποκτάμε το ηθικό πλεονέκτημα του «καλού παιδιού»;
- Αισθανόμαστε καλά με τον εαυτό μας;
- Παίρνουμε το «βραβείο» του ανθεκτικού ανθρώπου;
Πιθανόν πιστεύουμε ότι έτσι κερδίζουμε την αποδοχή των άλλων ή ότι αποφεύγουμε τη σύγκρουση. Ποιο όμως είναι το τίμημα αυτής της στάσης μας;
Το τίμημα
Για να δώσω απάντηση, θα ακολουθήσω την φυσική μου τάση να κοιτάζω πρώτα προς τα μέσα και μετά προς τα έξω. Είναι δύσκολη συνθήκη, γιατί αγγίζει την αυτομομφή και την ενοχή. Ταυτόχρονα όμως, είναι αναγκαία για να ρίξω φως στη δική μου συνεισφορά σε αυτή την κατάσταση. Αν σου φαίνονται οικεία τα παραπάνω, προτείνω να αναρωτηθείς μαζί μου:
- Πού δίνω χρόνο και ενέργεια χωρίς αμοιβαιότητα;
- Πότε αποφεύγω τη σύγκρουση, ακόμη κι όταν είναι απαραίτητη;
- Ποιο είναι το τίμημα που πληρώνω γι’ αυτή την αποφυγή;
- Ποια ανείπωτα κουβαλώ;
Ας μην παίρνουμε όμως θέση αντιπαλότητας. Ο «Άλλος» έχει τα δικά του όρια, ευαισθησίες και ανασφάλειες. Ίσως η διευρυμένη ανοχή μας να του μετέφερε το μήνυμα ότι όλα είναι εντάξει. Ίσως δεν του εκφράσαμε τον πόνο, τη φθορά και την κούρασή μας.
Ο καθένας κινείται στη σχέση με βάση τις δικές του αρχές, αξίες και ανάγκες, αλλά και με βάση όσα αποκαλύπτει στον άλλον και όσα του επιτρέπει. Γι’ αυτό έχει σημασία να δείχνουμε τα όριά μας ξεκάθαρα και με αγάπη.
Η αποφυγή της επικοινωνίας ή της πιθανής αναγκαίας σύγκρουσης, δίνουν ένα μήνυμα. Συχνά χωρίς λέξεις, αλλά ταυτόχρονα ηχηρό και συγκεκριμένο: «μπορείς να συνεχίσεις να φέρεσαι έτσι κι εγώ θα υπομένω». Εδώ βρίσκεται η δική μας πρόκληση. Να αναγνωρίσουμε πότε έχουμε ξεπεράσει τα όριά μας.
Βέβαια, η ανοχή μπορεί να καταδεικνύει δύναμη και ανθεκτικότητα. Μπορεί να αποτελεί μια συνειδητή επιλογή με συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα, ζωγραφισμένα όρια και υπολογισμένο κόστος. Ακόμα όμως κι έτσι, υπάρχει κόστος το οποίο είναι πολύ πιθανόν να το πληρώνουμε με την υγεία μας. Όσα δεν λέει το στόμα, τα λέει το σώμα.
Η ανεκτικότητα είναι αρετή. Όταν όμως ξεπερνά το μέτρο, μετατρέπεται σε σκλαβιά και αυτοτιμωρία. Δεν φταίμε εμείς για την κακή συμπεριφορά των άλλων, ούτε μας αναλογεί προσωπική ευθύνη για τα λάθη τους. Μας αναλογεί όμως το μερίδιο ευθύνης που μας αφορά, όταν επιτρέπουμε να συνεχίζεται αυτή η συμπεριφορά, χωρίς να θέτουμε όρια. Είναι εύκολο να το λέμε θεωρητικά, αλλά δύσκολο να το κάνουμε πράξη.
Όταν η ανοχή διδάσκεται
Όπως ανέφερα παραπάνω εστιάζω πρώτα προς τα μέσα, αλλά είναι κρίσιμο να γυρίσω τη ματιά μου και προς τα έξω. Συχνά, οι συμπεριφορές μας έχουν μαθευτεί σε μικρότερη ηλικία. Ίσως να έχουν σμιλευτεί σε περιβάλλοντα όπου υπάρχουν σχέσεις ισχύος, καλυμμένες ή απροκάλυπτες. Στη σχέση με το σύντροφο ή τη σύντροφό μας, στην οικογένεια, σε συγγενικά ή φιλικά περιβάλλοντα, στο σχολείο. Ακόμα και στη δουλειά, συχνά η ανοχή «επιβάλλεται» ως μέσο επιβίωσης.
Ας παρατηρήσουμε τους χώρους που κινούμαστε. Συχνά, η υπομονή, η ανοχή, ακόμα και η αυτοθυσία, ανταμείβονται. Έτσι θεωρούμε ότι η κατάσταση αυτή είναι η «φυσιολογική». Αντίθετα, η σύγκρουση και η διεκδίκηση τιμωρούνται ή στιγματίζονται. Όταν ένα φαινόμενο το ορίζουμε και το βιώνουμε ως φυσιολογικό, σπάνια το εξετάζουμε κριτικά.
Αν δεν γνωρίζουμε τί να ψάξουμε, είναι δυσκολότερο να αναγνωρίζουμε τέτοιες δυναμικές. Αν όμως εκπαιδευόμαστε να τις αναγνωρίζουμε, αλλά και να ξεμαθαίνουμε αυτό που θεωρούμε «φυσιολογικό», τότε βλέπουμε τον κόσμο διαφορετικά. Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν:
- Ποιος πληρώνει πάντα το κόστος;
- Ποιος θέτει τα όρια (και τους κανόνες) χωρίς συνέπειες;
- Πώς ερμηνεύεται η διεκδίκηση;
Συνηθισμένο παράδειγμα αποτελεί το παιδί που πρέπει να είναι πάντα υπόδειγμα καλής συμπεριφοράς. Εκπαιδεύεται να είναι διαρκώς υπάκουο και να πληροί τα χαρακτηριστικά του καλού γιου ή της καλής κόρης, του συνεπή και πρόθυμου μαθητή. Αργότερα, μετατρέπεται σε υπάκουο εργαζόμενο, εξυπηρετικό σύζυγο και προσαρμοστική προσωπικότητα. Ένα απλό τεστ είναι να παρατηρήσεις αν αναγνωρίζεις τί επιθυμούν οι άλλοι, αλλά αγνοείς τι θέλεις για τον εαυτό σου.
Συνεπώς, αν υποφέρεις στις σχέσεις ή στο περιβάλλον που κινείσαι, αυτό δεν αποτελεί προσωπική αποτυχία ή έλλειψη δυνατού χαρακτήρα. Μάλλον αποτελεί αποτέλεσμα εκπαίδευσης με βάση την άδικα κατανεμημένη δύναμη, τη στέρηση φροντίδας και την ανάληψη ευθυνών που δεν σου αναλογούν.
Ξαναγυρίζουμε στο ερώτημα «γιατί δεν βάζω όρια». Τα βαθύτερα όμως ερωτήματα επικεντρώνονται στη δυσκολία να θέσουμε όρια.
- Πότε και από ποιους εκπαιδεύτηκα ότι δεν είναι αποδεκτό να λέω «όχι»;
- Ποιες ευθύνες έχω αναλάβει που δεν μου αναλογούν;
- Τί θα κάνω γι’ αυτό;
Η αλλαγή, αν και αποτελεί ατομική εργασία, ξεδιπλώνεται πέρα από τα προσωπικά πλαίσια. Συχνά μάλιστα, χρειάζεται κοινωνική υποστήριξη. Οι φίλοι μπορεί να έχουν έναν τέτοιο ρόλο. Ή οι δάσκαλοι. Θεραπευτικά περιβάλλοντα ή άνθρωποι που αφήνουν χώρο και χρόνο να εκφραστείς, χωρίς να σε κρίνουν. Που σε υποστηρίζουν, σου στέκονται και δεν απαιτούν από εσένα υποταγή ή αυτοθυσία για να «ανήκεις».
Το «όχι» ως επιλογή αυτοσεβασμού
Αν η «στήριξη» συνοδεύεται από όρους, ενοχές, απαίτηση προσαρμογής, τιμωρία ή από μια αίσθηση ότι πρέπει να εξαρτάσαι για να λειτουργείς, τότε δεν είναι στήριξη αλλά σχέση εξουσίας. Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο εμάς, αλλά και τους μηχανισμούς που μας έχουν εκπαιδεύσει. Με κάποιον τρόπο εκμεταλλεύονται την καλοσύνη, αναδεικνύοντας την υπερβολική ανοχή ως αρετή και την αντίσταση ως πρόβλημα.
Η σιωπηλή ανοχή εκλαμβάνεται ως συμφωνία χωρίς λόγια. Συχνά, ένα ξεκάθαρο «όχι», όσο δύσκολο κι αν είναι, μας προστατεύει. Λέμε «όχι» στη συμπεριφορά που μας στοχεύει, στην κακή ενέργεια που μεταφέρει και στη φθορά που συνεπάγεται.
Και λέγοντας «όχι», μπορούμε ταυτόχρονα και να συγχωρούμε. Συγχώρεση είναι η «χάρη» που δίνουμε στον εαυτό μας για τα λάθη των άλλων και αποτελεί μια εσωτερική πράξη απελευθέρωσης.
Παράλληλα, μπορούμε να σταματήσουμε να συμμετέχουμε στο μοτίβο της ανοχής και της δικαιολόγησης. Μια καλή αρχή είναι να διατυπώνουμε το πρόβλημα με λέξεις, πρώτα προς εμάς. Να το κάνουμε συγκεκριμένο και να το κατονομάζουμε. Είναι μια πράξη αναγνώρισης. Αν αδυνατούμε να το διατυπώσουμε προς εμάς, πώς θα το ξεστομίσουμε στους άλλους;
Βέβαια, υπάρχει περίπτωση ο άλλος να μην καταλαβαίνει. Πιθανόν δεν έχει μάθει να ακούει ή να δίνει. Ωστόσο, αν έχουμε απέναντί μας ή δίπλα μας σε στενότερη σχέση, κάποιον που δεν έχει μάθει να ακούει ή να δίνει, είναι σα να περιμένουμε να πιούμε νερό από μια πηγή που έχει στερέψει. Οπότε, καλό είναι να αναθεωρήσουμε τις προσδοκίες μας, με στόχο να διαφυλάξουμε τον αυτοσεβασμό και την ψυχική μας υγεία. Τί λες;
Με αγάπη
Θανάσης Παπαναστασίου
Υ.Γ. Μοιράσου το άρθρο με κάποιον που πάντα αντέχει και αισθάνεσαι ότι έχει κουραστεί.
